Digg  Sphinn  del.icio.us  Facebook  Mixx  Google  BlinkList  Furl  Live  Ma.gnolia  Netvouz  NewsVine  Pownce  Propeller  Reddit  Simpy  Slashdot  Spurl  StumbleUpon  TailRank  Technorati  TwitThis  YahooMyWeb
 

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ Ασφαλιστικός Σύμβουλος . ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ http://nikolaidis.webgarden.com/ http://www.facebook.com/constantinos.nicolaidis

 
 

Χριστιανισμός

Ερώτηση: Τι είναι Χριστιανισμός και τι πιστεύουν οι Χριστιανοί;

 Απάντηση:  Α' Κορινθίους 15:1-4 λέει, "Σας υπενθυμίζω ακόμα, αδελφοί, το χαρμόσυνο άγγελμα που σας μετέδωσα, το οποίο και αποδεχτήκατε και στο οποίο παραμένετε. Mέσω του οποίου και σώζεστε, αν φυσικά το κατέχετε έτσι όπως σας το μετέδωσα, εκτός πια αν πιστέψατε άσκοπα. Γιατί, βέβαια, σας παρέδωσα από την αρχή κιόλας εκείνο το οποίο και παρέλαβα, ότι δηλαδή ο Xριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας σύμφωνα με τις Γραφές, και ότι ενταφιάστηκε και ότι έχει αναστηθεί την τρίτη μέρα σύμφωνα με τις Γραφές."
 Εν ολίγοις, αυτή είναι η πίστη των χριστιανών. Ο Χριστιανισμός είναι μοναδικός σε σύγκριση με τις άλλες θρησκείες, επειδή, ο Χριστιανισμός είναι περισσότερο πράγμα σχέσης παρά θρησκευτικών συνηθειών. Αντί να μένει σταθερά σε λίστα "κάνε και μη κάνε," ο στόχος των Χριστιανών είναι να καλλιεργούν στενή σχέση με το Θεό Πατέρα. Αυτή η σχέση έγινε δυνατή εξαιτίας του έργου του Ιησού Χριστού, και εξαιτίας υπηρεσίας του Αγίου Πνεύματος στην ζωή των Χριστιανών.
 Οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι η Βίβλος είναι εμπνευσμένη, αλάνθαστος λόγος του Θεού και ότι η διδασκαλία της είναι η μεγαλύτερη αυθεντία. (Β' Τιμοθέου 3:16, Β' Πέτρου 1:20-21). Οι Χριστιανοί πιστεύουν σε ένα Θεό, ο οποίος υπάρχει σε τρία πρόσωπα, Πατήρ, Υιός ( Ιησούς Χριστός ) και Άγιο Πνεύμα.
 Οι Χριστιανοί πιστεύουν, ότι η ανθρωπότητα δημιουργήθηκε, ειδικά για να έχει σχέση με το Θεό, αλλά και ότι η αμαρτία αποχωρίζει όλους τους ανθρώπους από τον Θεό ( Ρωμαίους 5:12, Ρωμαίους 3:23). Ο Χριστιανισμός διδάσκει ότι ο Ιησούς Χριστός βάδισε σε αυτή τη γη ως πλήρης Θεός και ως πλήρης άνθρωπος (Φιλιππισίους 2:6-11), και ότι πέθανε στο σταυρό. Οι Χριστιανοί πιστεύουν ότι μετά το θάνατό του στο σταυρό, ο Χριστός ενταφιάστηκε, ότι αναστήθηκε και ότι κάθεται τώρα στη δεξιά του Πατρός, όπου πάντοτε προσεύχεται για τους πιστούς(Εβραίους 7:25). Ο Χριστιανισμός διακηρύσσει ότι ο θάνατος του Ιησού στο σταυρό ήταν αρκετός να πληρώσει το τίμημα των αμαρτιών, που όλοι οι άνθρωποι χρωστούν, και για αυτό το λόγο η ανανέωση της σχέσης μεταξύ του Θεού και του ανθρώπου είναι δυνατή. (Εβραίους 9:11-14, Εβραίους 10:10, Ρωμαίους 6:23, Ρωμαίους 5:8).
 Για να σωθεί ο άνθρωπος, απλά οφείλει να πιστεύει εντελώς στο ολοκληρωμένο έργο του Θεού στο σταυρό. Αν κάποιος πιστεύει ότι ο Χριστός πέθανε αντί αυτού και πλήρωσε το τίμημα των αμαρτιών του, και ότι αναστήθηκε, τότε θα σωθεί. Δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί κάποιος να κάνει για να αξίζει τη σωτηρία. Κανείς δεν μπορεί να είναι "αρκετά καλός" για να είναι αρεστός στο Θεό αφ' εαυτού του, επειδή όλοι είμαστε αμαρτωλοί (Ισαϊας 64:6-7, Ισαϊας 53:6). Δεύτερον, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο που πρέπει να πραχθεί, επειδή ο Χριστός τελείωσε όλο το έργο! Όταν ήταν στο σταυρό, είπε "Τετέλεσται " (Ιωάννην 19:30).
 Όπως ακριβώς δεν υπάρχει τίποτε που θα μπορούσε να κάνει κάποιος για να αξίζει την σωτηρία, το ίδιο έτσι, αν μια φορά πιστέψαμε σε εκείνο που έκανε ο Χριστός στο σταυρό για μας, δεν υπάρχει τίποτε που μπορούμε να κάνουμε για να χάσουμε αυτή τη σωτηρία. Θυμήσου, ότι ο Χριστός εκπλήρωσε πλήρως αυτό το έργο! Τίποτα, που έχει σχέση με την σωτηρία, δεν εξαρτάται από εκείνον που την δέχεται! Στο κατά Ιωάννην 10:27-29 δηλώνεται "τα δικά μου πρόβατα αναγνωρίζουν τη φωνή μου κι εγώ τα γνωρίζω, και αυτά με ακολουθούνε. Kι εγώ παρέχω σ' αυτά ζωή αιώνια και με κανένα τρόπο δε θα χαθούν ποτέ, και κανένας [άνθρωπος] δε θα τ' αρπάξει από τα χέρια μου.O Πατέρας μου, που μου τα έδωσε, είναι μεγαλύτερος απ' όλους, και κανένας[άνθρωπος] δεν μπορεί ν' αρπάξει τίποτε από τα χέρια του Πατέρα μου."
 Κάποιος μπορεί να σκεφτεί, "Αυτό είναι τέλειο—όταν σωθώ μια φορά, μπορώ να κάνω ότι θέλω, και δεν θα χάσω την σωτηρία μου! " Αλλά, σωτηρία δεν σημαίνει ότι έχουμε την ελευθερία να κάνουμε ότι θέλουμε. Σωτηρία σημαίνει ότι είμαστε ελεύθεροι να μην υπηρετούμε την παλαιά μας φύση και ότι είμαστε ελεύθεροι να επιδιώκουμε την σωστή σχέση με το Θεό. Όσο οι πιστοί ζουν στη γη, στα αμαρτωλά σώματά τους, πάντα θα υπάρχει η πάλη να ενδώσουν μπροστά στη αμαρτία. Η ζωή μέσα στην αμαρτία μας εμποδίζει να έχουμε σχέση με τον Θεό την οποία θέλει να έχει Εκείνος με τους ανθρώπους, και όσο κάποιος ζει μέσα στην αμαρτία ως πιστός, δεν θα μπορέσει να χαίρεται στη σχέση με το Θεό την οποία Αυτός σκόπευε να έχει με αυτόν. Όμως, οι Χριστιανοί μπορούν να νικήσουν στην πάλη με την αμαρτία, μελετώντας και εφαρμόζοντας τον Λόγο του Θεού ( Βίβλο ) στη ζωή τους, ελεγχόμενοι από το Άγιο Πνεύμα - που σημαίνει να υποταθούν στην επιρροή και καθοδήγηση του Πνεύματος σε όλες τις καθημερινές περιστάσεις και να υπακούν τον Λόγο του Θεού διά του Πνεύματος'
 Και ενώ πολλές θρησκείες απαιτούν από τον άνθρωπο να κάνει ορισμένα πράγματα ή να μην τα κάνει, στον Χριστιανισμό αντίθετα, πρόκειται για σχέση με τον Θεό. Ο Χριστιανισμός είναι πίστη ότι ο Χριστός πέθανε στο σταυρό για να πληρώσει το μισθό της αμαρτίας και ότι αναστήθηκε. Το δικό σου χρέος της αμαρτίας έχει πληρωθεί και εσύ μπορείς να έχεις κοινωνία με τον Θεό. Εσύ μπορείς να έχεις τη νίκη επί της αμαρτωλής φύσης σου και να βαδίζεις στην κοινωνία υπακούοντας το Θεό. Αυτό είναι ο αληθινός Χριστιανισμός της Βίβλου.
Θεμελιώδη

Ιησούς Χριστός

Ο Ιησούς (8-2 π.Χ./Π.Κ.Ε. - 29-36), είναι το πρόσωπο η διδασκαλία του οποίου αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία της Χριστιανικής θρησκείας.
To όνομα "Ιησούς" είναι η μεταγραφή, που εμφανίζεται σε διάφορες γλώσσες και βασίζεται στην ελληνική λέξη "Ἰησοῦς" (Iesous)[1] προερχόμενη από το ελληνικό ρήμα "Χρίζω". Οι ακόλουθοι του Ιησού τον προσδιόρισαν ως τον αναμενόμενο «Μεσσία» (Εβρ. μασιάχ), που σημαίνει «χρισμένος». Πίστευαν πως ήταν ο σωτήρας, ο εκλεκτός απεσταλμένος του Θεού που θα ελευθέρωνε το έθνος του Ισραήλ από τους εχθρούς του και θα αποτελούσε ευλογία για όλα τα έθνη. Το όνομα «Ιησούς» (Εβρ. יהושוע‎, Γεχοσούαχ) σημαίνει «η Σωτηρία του Γιαχβέ» ενώ από τον ελληνικό τίτλο «Χριστός», που αποτελεί απόδοση του εβραϊκού όρου Μεσσίας, προέκυψε η ελληνική ονομασία «Χριστιανός» από την ελληνική λέξη "Χρίσμα" (Πράξεις 11:26, Κείμενο).[2]

Αγία Τριάδα ·
Αγία Τριάδα ονομάζεται το χριστιανικό δόγμα που περιγράφει την πίστη σε έναν Θεό με τρία πρόσωπα. Τα τρία πρόσωπα ή υποστάσεις είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα, τα οποία είναι αδιαίρετα και ομοούσια κατά τη θεότητα, έχουν την ίδια δύναμη και κοινή Θεία ουσία. Αποτελεί ένα από τα κυριότερα δόγματα που αποδέχεται η πλειοψηφία των εκκλησιών του χριστιανικού κόσμου, το οποίο είναι γνωστό και ως Τριαδικό Δόγμα.
Με την αιτιολογία ότι η Παλαιά Διαθήκη παραδέχεται αυστηρό μονοθεϊσμό[1], ο Ιουδαϊσμός[2], το Ισλάμ[3] αλλά και χριστιανικές ομολογίες, όπως οι Ουνιταριανοί[4], οι Χριστάδελφοι, οι Μάρτυρες του Ιεχωβά[5] και ορισμένες Ευαγγελικές[6] και Πεντηκοστιανικές εκκλησίες[7], δεν αποδέχονται το μυστηριακό δόγμα της Αγίας Τριάδας.

Θεοτόκος
Θεοτόκος είναι μια ελληνική λέξη, θρησκευτική προσαγόρευση, που σημαίνει "Εκείνη που τίκτει Θεό", (το δεύτερο συνθετικό -τόκος προέρχεται από το ρήμα τίκτω που σημαίνει γεννώ). Η προσαγόρευση Θεοτόκος (ως και Θεομήτωρ) χρησιμοποιήθηκαν από την πρωτοχριστιανική Εκκλησία για το πρόσωπο της Μαρίας της μητέρας του Ιησού Χριστού και καθιερώθηκε στην Γ' Οικουμενική Σύνοδο ενώ θεσμοθετήθηκε η γενική αποδοχή από τις Δ' και Ε' Οικουμενικές Συνόδους.

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου
Με την λέξη Ευαγγελισμός αναφερόμαστε στην χαρμόσυνη είδηση για τον Χριστιανισμό, της γέννησης του Ιησού Χριστού, που δόθηκε από τον αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Μαριάμ. Επίσης, με τον ίδιο όρο αναφερόμαστε στην εκκλησιαστική θεομητορική εορτή που τελείται την 25η Μαρτίου προς ανάμνηση του γεγονότος αυτού.

Ευαγγελισμός σημαίνει αναγγελία χαρμόσυνης είδησης και ετυμολογικά προέρχεται από το ευάγγελος (=ευ+άγγελος < αγγέλω) μια πολύ παλαιότερη ελληνική λέξη (Οδύσσεια, ξ 152-153: ως νείται Οδυσσεύς ευαγγέλιον δε μοι έστω)

Αγία Γραφή ·
Αγία Γραφή, Άγιες Γραφές, Θεία Γραφή, Γραφή, Γραφές, Iερά Γράμματα ή Βίβλος, χαρακτηρίζεται το σύνολο ή «βιβλιοθήκη» κειμένων θρησκευτικού χαρακτήρα. Με τον όρο αυτό βασικά περιγράφεται η Εβραϊκή Βίβλος του Ιουδαϊσμού αλλά και ο συνδυασμός αυτής, δηλαδή της Παλαιάς Διαθήκης, που αναφέρεται στη πρό Χριστού περίοδο, και της Καινής Διαθήκης, που αναφέρεται στην παρουσία του Χριστού, τη διδασκαλία του και στις επιστολές και Πράξεις των Αποστόλων, του Χριστιανισμού.

Το όνομα Βίβλος ως δήλωση της Αγίας Γραφής οφείλεται περισσότερο στην επίδραση των αντίστοιχων λέξεων των νεότερων ευρωπαϊκών γλωσσών Bible, Bibel κ.λπ. Αυτές δε προήλθαν εκ του biblia -orum και ειδικότερα από το μεσαιωνικό Biblia -ae που και αυτά έχουν προέλευση στην Παλαιά Διαθήκη όπου αναφέρονται "οι βίβλοι" (Δανιήλ θ:2), "τα βιβλία τα άγια" (Α΄ Μακκαβαίων ιβ΄:9), "η ιερά βίβλος" (Β΄ Μακκαβαίων η΄:23).

Το σύνολο των βιβλίων που συγκροτεί τον "χριστιανικό κανόνα" της Παλαιάς Διαθήκης (1ο μέρος της Αγίας Γραφής) και Καινής Διαθήκης (2ο μέρος της Αγίας Γραφής), προέκυψε από την ανάγκη να καθοριστούν τα βιβλία εκείνα που εκφράζουν αυθεντικά την πίστη της Εκκλησίας, ώστε να αποκλειστούν μεταγενέστερα ψευδεπίγραφα έργα, που περιείχαν μη αποδεκτές ή και αιρετικές διδασκαλίες.

Παρ' όλα αυτά όμως, οι διάφορες τοπικές Εκκλησίες, ενώ δέχθηκαν όλες την Καινή Διαθήκη, περίπου στο σύνολό της, ακολούθησαν διαφορετικές πρακτικές στην αναγνώριση των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, με αποτέλεσμα να μην υπάρξει ένας ενιαίος κανόνας ολόκληρης της χριστιανικής Εκκλησίας.

Το μεγάλο σχίσμα μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας και αργότερα η Μεταρρύθμιση συνέβαλαν στο να παγιωθούν οι διαφορετικές παραδόσεις στο θέμα του κανόνα, με αποτέλεσμα οι τρεις μεγάλες Ομολογίες να δέχονται σήμερα διαφορετικό αριθμό βιβλίων, διαφορετικό Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται συνολικά 76 βιβλία. Δηλαδή 27 της Καινής Διαθήκης, τα οποία και είναι: τα ευαγγέλια των 4 ευαγγελιστών, οι Πράξεις των Αποστόλων, 21 Αποστολικές επιστολές και η Αποκάλυψη, και 39 βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ή της ιουδαϊκής Βίβλου τα οποία χαρακτηρίζει ως "κανονικά" ή "πρωτοκανονικά", τα οποία τιτλοφορούνται σύμφωνα με τη μετάφραση των Εβδομήκοντα, καθώς και 10 βιβλία ακόμη, τα λεγόμενα "αναγινωσκόμενα" ή "δευτεροκανονικά", τα οποία και είναι:
Α' Έσδρας
Τωβίτ
Ιουδίθ
Α' Μακκαβαίων
Β' Μακκαβαίων
Γ' Μακκαβαίων
Σοφία Σολομώντος
Σοφία Σειράχ
Βαρούχ
Επιστολή Ιερεμίου
ανεβάζοντας τον αριθμό των βιβλίων σε 49.
Πέρα από τα 10 επιπλέον βιβλία, αποδέχεται τις εξής 4 προσθήκες, που ονομάζονται δευτεροκανονικά τεμάχια:
μία προσθήκη στην Εσθήρ, στα ελληνικά
τρεις προσθήκες στον Δανιήλ, στα ελληνικά
Η Καθολική Εκκλησία δέχεται συνολικά 73 βιβλία. Πέρα από την Καινή Διαθήκη, δέχεται 46 βιβλία στην Παλαιά Διαθήκη τα οποία χωρίζει σε "πρωτοκανονικά" και "δευτεροκανονικά". Στα πρωτοκανονικά έργα περιλαμβάνονται τα 39 βιβλία της ιουδαϊκής Βίβλου, ενώ στα δευτεροκανονικά τα εξής 7 συγγράμματα:
Τωβίτ
Ιουδίθ
Α' Μακκαβαίων
Β' Μακκαβαίων
Σοφία Σολομώντος
Σοφία Σειράχ
Βαρούχ (και Επιστολή Ιερεμίου)[1]
Πέρα από τα 7 επιπλέον συγγράμματα, αποδέχεται τις εξής 4 προσθήκες, που ονομάζονται δευτεροκανονικά τεμάχια:
μία προσθήκη στην Εσθήρ, στα ελληνικά
τρεις προσθήκες στον Δανιήλ, στα ελληνικά
Τα βιβλία που δεν συμπεριλαμβάνονται στον κανόνα αυτό λέγονται "απόκρυφα" και είναι τα εξής:
Α' Έσδρας
Γ' Μακκαβαίων
Δ' Μακκαβαίων
Οι Προτεστάντες δέχονται συνολικά 66 βιβλία. Μαζί με τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης (αναφέρονται σε αυτό το τμήμα και ως «Ελληνική Καινή Διαθήκη») αποδέχονται και τον ιουδαϊκό κανόνα με τα 39 βιβλία μόνο. Τα επιπλέον βιβλία που περιλαμβάνονται στον κανόνα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας τα ονομάζουν γενικά "απόκρυφα", αν και μπορούν να χρησιμοποιηθούν στη λατρεία.
Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά δέχονται συνολικά 66 βιβλία. Μαζί με τα 27 βιβλία της Καινής Διαθήκης (αναφέρονται σε αυτό το τμήμα και ως «Χριστιανικές Ελληνικές Γραφές»), αποδέχονται αποκλειστικά τον ιουδαϊκό (αλεξανδρινό) κανόνα με τα 39 βιβλία μόνο (αναφέρονται σε αυτό το τμήμα και ως «Εβραϊκές Γραφές»)[2]. Οποιαδήποτε άλλα βιβλία δεν τα θεωρούν θεόπνευστα και τα κατατάσσουν στα «απόκρυφα».
Οι Ιουδαίοι δέχονται αποκλειστικά τα 24 (αντιστιχούν στα 39 των Χριστιανικών δογμάτων, καθώς κάποια ενοποιούνται) βιβλία του ιουδαϊκού κανόνα και αναφέρονται σε αυτά ως "Τανάκ" ή απλά «Άγιες Γραφές».

Κοινό στοιχείο στους κανόνες όλων των χριστιανικών ομολογιών αποτελεί το σύστημα κατάταξης των βιβλικών έργων, που διαφέρει από εκείνο της ιουδαϊκής Βίβλου. Έτσι, τα βιβλία κατατάσσονται με βάση το φιλολογικό χαρακτήρα και το περιεχόμενο τους σε τρεις ομάδες:
Ιστορικά
Ποιητικά - Διδακτικά
Προφητικά
Η Εβραϊκή Βίβλος ομαδοποιεί τα βιβλία ως εξής:
Νόμος (Τορά)
Προφήτες (Νεβιείμ)
Αγιόγραφα ή Γραπτά (Κεθουβείμ)

Απόστολοι · Εκκλησία
Ο όρος απόστολος σημαίνει πρωταρχικά «απεσταλμένος, πρεσβευτής», ενώ μια πιο ειδική σημασία και ευρύτερα χρησιμοποιούμενη είναι «απεσταλμένος παρά του Θεού»
Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, ο όρος δήλωνε κάθε απεσταλμένο για την εκπλήρωση συγκεκριμένης αποστολής ή τον αγγελιαφόρο.
σειρά κλήσης των μαθητών είναι ταυτόχρονα και ο πρώτος "ευαγγελιστής", αυτός δηλ. που μεταφέρει το μήνυμα της έλευσης του Μεσσία στον κόσμο, λέγοντας στον αδελφό του Πέτρο όταν τον συναντά: "ευρήκαμεν τον Μεσσίαν, ο εστί μεθερμηνευόμενον Χριστός". Ιδιαίτερα από τον 8ο αιώνα και έπειτα, η Ορθόδοξη Εκκλησία στηρίχτηκε και σε αυτό το γεγονός κατά τον διάλογο περί του Παπικού πρωτείου με την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία υποστήριζε το πρωτείο του Πάπα (με πρώτο τον Πέτρο), προβάλλοντας τον Ανδρέα ως πρόσωπο που δεν ιδιοποιήθηκε τη δική του προσωπική εμπειρία. Σύμφωνα με μία άποψη, με αυτό τον τρόπο τόνιζε την έννοια της συμπόρευσης των δύο αδελφών εκκλησιών ενώ σύμφωνα με άλλη άποψη αυτή

Βασιλεία του Θεού · Ευαγγέλιο
Ο όρος εὐαγγέλιον ή ευαγγέλιο σημαίνει "καλά νέα", "χαρμόσυνη είδηση", "χαρούμενη αγγελία".
Στη χριστιανική Εκκλησία ο όρος Ευαγγέλιο χαρακτηρίζει τα τέσσερα πρώτα βιβλία της Καινής Διαθήκης, τα οποία, σύμφωνα με την παράδοση, έγραψαν στην ελληνική γλώσσα ο Ματθαίος, ο Μάρκος, ο Λουκάς και ο Ιωάννης και διηγούνται τα γεγονότα της γέννησης, της ζωής και του θανάτου του Ιησού, εκθέτουν το περιεχόμενο του κηρύγματός του και τα κυριότερα δογματικά και ηθικά σημεία του χριστιανισμού. Τα τέσσερα Ευαγγέλια έγιναν πλήρως αποδεκτά από τις πρωτοχριστιανικές εκκλησίες και αποτελούν μέρος του κανόνα της Καινής Διαθήκης, ενώ μεταγενέστερα εμφανίστηκαν και άλλα μη κανονικά απόκρυφα συγγράμματα ως Ευαγγέλια.[1]
Η ονομασία του φιλολογικού αυτού είδους προέρχεται από μια λέξη του αρχαίου ελληνικού κόσμου που πήρε νέο περιεχόμενο στο χριστιανισμό. Στην αρχαία ελληνική γραμματεία, η λέξη ευαγγέλιο που τη συναντάμε από τον 8ο αιώνα π.Χ. στα έπη του Ομήρου[2], έχει την έννοια της χαρμόσυνης αγγελίας κάποιας νίκης ή της αμοιβής που παίρνει ο κομιστής της αγγελίας ή και της θυσίας που προσφέρεται στους θεούς για τη χαρμόσυνη είδηση της νίκης.
Στον Χριστιανισμό, όπως φαίνεται κι από τα έργα των εκκλησιαστικών συγγραφέων των πρώτων αιώνων, με τη λέξη ευαγγέλιο δηλώνεται είτε το λυτρωτικό μήνυμα της Καινής Διαθήκης γενικά, είτε κάποιο από τα τέσσερα βιβλία της Καινής Διαθήκης που περιέχουν και αφηγούνται το γεγονός της νίκης του Χριστού κατά των δαιμονικών δυνάμεων με τα θαύματα, τις διδασκαλίες του, το θάνατο και την ανάσταση του. Η χρήση του όρου ευαγγέλιο ως τον 3ο αιώνα περιέγραφε και τα 4 Ευαγγέλια μαζί, ενώ από τον 4ο αιώνα άρχισε να χρησιμοποιείται ο όρος και για καθένα από τα βιβλικά Ευαγγέλια[3].
Μεταγενέστερα, στην αυτοκρατορική λατρεία των ελληνορωμαϊκών χρόνων, η μέρα της γέννησης του αυτοκράτορα θεωρείται ευαγγέλιο.
 
Name
Email
Comment
Or visit this link or this one