Digg  Sphinn  del.icio.us  Facebook  Mixx  Google  BlinkList  Furl  Live  Ma.gnolia  Netvouz  NewsVine  Pownce  Propeller  Reddit  Simpy  Slashdot  Spurl  StumbleUpon  TailRank  Technorati  TwitThis  YahooMyWeb
 

ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΝΙΚΟΛΑΙΔΗΣ Ασφαλιστικός Σύμβουλος . ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ http://nikolaidis.webgarden.com/ http://www.facebook.com/constantinos.nicolaidis

 
 

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ

Η Βυζαντινή τέχνη για τη γλυπτική αναπτύσσεται μετά τα ακόλουθα δύο ιστορικά γεγονότα:

Μετά το Διάταγμα των Μεδιολάνων από το 313, το τέλος του διωγμού των Χριστιανών και μετά την νομιμοποίηση της νέας θρησκείας, και την μεταφορά στην αυτοκρατορική πρωτεύουσα πια , στην Κωνσταντινούπολη το 330 μ.Χ., Η

Κωνσταντινούπολη έγινε η νέα, ακμάζουσα πόλη και το καλλιτεχνικό κέντρο, το οποίο προσπάθησε να επισκιάσει το ξεθώριασμα λαμπρότητας της ρωμαϊκής παράδοσης, και την υπεροχή της να έχει ενταθεί μετά την κατοχή άλλων κέντρων στους επόμενους αιώνες από τους Άραβες (Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια), και των Γότθων (Ρώμη).
Το Βυζάντιο δεν δημιούργησε έναν πλήρες τρόπο (δηλαδή, για προβολή από όλες τις πλευρές), μνημειακής γλυπτικής, αλλά έχει αναπτύξει ένα νέο είδος ,αυτό που πιο συχνά είχε τον τρόπο να εκτελούνται ανάγλυφα από ελεφαντόδοντο., δύο τεμαχίων. Οι πλάκες ως αναμνηστικό προορίζονται αποκλειστικά για τους πιστούς για προσωπική κυρίως χρήση ως λατρευτικό στοιχείο ιδιωτικά ή δημόσια , και λειτουργούσε με την παράδοση που υπήρχε με τα ανάγλυφα που κοσμούν τους τάφους - κερδίζοντας ,τα αντικείμενα που κατασκευαζόντουσαν σε αυτή την περίοδο, μεγάλη δημοτικότητα.
Μετά την κατάργηση της εικονομαχίας τον ένατο αιώνα και κατά τη διάρκεια της λεγόμενης. Μακεδονικής αναγέννησης της τέχνης δημιουργήθηκαν ενδιαφέροντα έργα της βυζαντινής τέχνης με ελεφαντόδοντο και ανάγλυφα, με τη μορφή Δίπτυχων και τρίπτυχων.
Η ΓΛΥΠΤΙΚΗ ΣΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

Η Ορθόδοξος Εκκλησία απέφυγε βασικά την απεικόνισι ιερών προσώπων σε αγάλματα. Η αποστροφή αυτή οφειλόταν, πλην των άλλων, και σε παραδοσιακούς λόγους, γιατί και ό Μωσαϊκός Νόμος περιείχε απαγορευτικές διατάξεις περί κατασκευής αγαλμάτων. Δεν αντιδρούσε όμως στα διακοσμητικά γλυπτά, στα οποία επεδόθησαν ανώνυμοι Βυζαντινοί καλλιτέχνες.
Σε αντίθεσι με την βυζαντινή ζωγραφική και μαζί με όλες τις μορφές και τα είδη της, δηλαδή εικονογραφία, ψηφιδογραφία, αγιογραφία κ.λπ., ή βυζαντινή γλυπτική είναι ένα από τα λιγώτερο γνωστά είδη τής τέχνης πού αναπτύχθηκε στην περίοδο τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όταν γίνεται λόγος για θέματα γλυπτικής, αυτόματα μάς έρχεται στον νου ή εικόνα τού ολογλύφου, δηλαδή τού αγάλματος, όπως τούτο αναπτύχθηκε κατά την κλασική αρχαιότητα, συνεχίσθηκε κατά τούς ρωμαϊκούς χρόνους και ως τις ημέρες μας. Διακοπή στην μορφή και στην εξέλιξι τής γλυπτικής, στο παραπάνω χρονοδιάγραμμα, και μάλιστα πολύ μεγάλη, αποτελεί ή υπερχιλιετής παρένθεσις τής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ειδικώτερα ή γλυπτική στο Ορθόδοξο Βυζάντιο δεν συνέχισε την μορφή πού είχε κατά την ελληνική και ρωμαϊκή περίοδο, αλλά και ούτε καμμιά απολύτως συσχέτισις ή ομοιότης υπάρχει με την γλυπτική των Δυτικών Εκκλησιών, στην οποία είναι έκδηλη ή επίδρασις τής αρχαίας τέχνης. Σε τελευταία ανάλυσι, ή Ορθόδοξη τέχνη απέφυγε τα ολόγλυφα, επειδή θύμιζαν την ειδωλολατρία. Είναι χαρακτηριστική ή ρήσις τού Αποστόλου Παύλου, ότι ォούκ οφείλομεν νομίζειν χρυσώ ή αργύρω ή λίθω χαράγματι τέχνης... το θείον είναι όμοιονサ (Πράξ. ιζ' 29), ή οποία φανερώνει την αντίληψι και την νοοτροπία τής Εκκλησίας σε σχέσι με τα αγάλματα. Η αποστροφή αυτή ενισχύεται και από τούς Χριστιανούς εκείνους οι οποίοι προήλθαν από τις τάξεις των Ιουδαίων, γατί, ως γνωστόν, ό Μωσαϊκός Νόμος απαγόρευε τα αγάλματα.
Εξ άλλου, ή αποστροφή αυτή τής Εκκλησίας προς τα αγάλματα σχετίζεται και με τις προτιμήσεις τής εποχής. Αυτές, με την σειρά τους, σχετίζονται με την Ανατολική τέχνη, ή οποία επέδρασε βασικά στην δημιουργία τής χριστιανικής. Απόδειξις τούτων είναι το γεγονός ότι δεν βρέθηκαν αγάλματα σε αρχαίες πόλεις τής Κεντρικής Συρίας, απεναντίας, όμως, βρέθηκαν γλυπτά με καθαρά διακοσμητικό χαρακτήρα. Αυτό λοιπόν, τα καθαρώς διακοσμητικά γλυπτά προτιμά και υιοθετεί Ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ, αντίθετα, για την απεικόνισι ιερών προσώπων καταφεύγει στην ζωγραφική, την οποία θεωρεί πνευματικώτερη τέχνη.
Γενικώτερα, ή γλυπτική είναι μιά τέχνη πού οι Ανατολικοί λαοί δεν εκτιμούν, και οι Χριστιανοί τής Ανατολής από ενωρίς άρχισαν να την ταυτίζουν με την γλυπτή εικόνα πού είχε αναθεματίσει ό Ιεχωβά. Υπό την μορφή τού ολογλύφου, ή γλυπτική επέζησε σχεδόν αποκλειστικά και κατ' εξαίρεσι σε ορισμένους ανδριάντες αυτοκρατόρων, πού φιλοτεχνούσαν στην Κωνσταντινούπολι και, καμμιά φορά, τούς έστηναν εκεί για να τιμήσουν το μεγαλείο τού αυτοκράτορος ή τούς έστελναν σε κοινότητες υποτελείς, όπως ή Ρώμη. Έτσι, λοιπόν, ή τέχνη τού αναγλύφου έγινε πολύ γρήγορα ή μόνη μορφή γλυπτικής τής Ορθοδοξίας, κάτι δηλαδή παραπάνω από απλός κλάδος τής ζωγραφικής, στον οποίο ή χρωματική εντύπωσις έχει αντικατασταθή από την σκιά. Η διακοσμητική, λοιπόν, γλυπτική τής Ορθοδοξίας περιορίζεται στο ελαφρώς εξέχον ανάγλυφο, ενώ, αντίθετα, υποχωρεί το όλως εξέχον, δηλαδή το έξεργο ανάγλυφο, και ιδιαίτερα κατά τούς χρόνους τής Εικονομαχίας.
Την ίδια εποχή, μεγάλη διάδοσι στην βυζαντινή τέχνη αποκτά και ένα άλλο είδος αναγλύφου, μιά παραλλαγή θα μπορούσαμε να πούμε, το επιπεδόγλυφο — ανάγλυφο από όπου έχει αφαιρεθή το βάθος. Κατά δε τούς κυρίως βυζαντινούς χρόνους, σχεδιάζεται ό διάκοσμος σε μιά πλάκα τής οποίας αφαιρούσαν το βάθος, και οι κοιλότητες, πού παρέμεναν μετά την αφαίρεσι, γεμίζονται με άλλη ουσία, όπως ή μαστίχα με χρώμα. Έτσι προκύπτει επιφάνεια, ή οποία, με τις χρωματικές αντιθέσεις της, εξαίρει τον διάκοσμο:
Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο πληρώσεως των επιφανειών, από τις οποίες προηγουμένως έχει αφαιρεθή το βάθος, συνδέεται και ή τεχνική των ενθέτων.. Τέτοια δείγματα ενθετικής διακοσμήσεως, πού είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην βυζαντινή τέχνη, βρίσκομε στις επιφάνειες επάνω από τα τόξα στην βασιλική τού Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, σε εκκλησιαστικά έπιπλα, πόρτες, κουβούκλια, αναλόγια κ.ά., όχι μόνο στους βυζαντινούς, αλλά και στους μεταβυζαντινούς χρόνους.
Τα πλέον, όμως, επιτυχημένα έργα τής βυζαντινής γλυπτικής στον τομέα των αναγλύφων είναι τα έργα μικρών διαστάσεων, ανάγλυφα, σκαλισμένα σε μέταλλο, ελεφαντοστούν, στεατίτη. Κατά την περίοδο των 500 πρώτων χρόνων τής αυτοκρατορίας, είναι καταφανής ή επίδρασις τής Ανατολικής τέχνης. Οι μορφές με τα μεγάλα εκφραστικά κεφάλια, με τις άσχημες αναλογίες, προσπαθούν να εντυπωσιάζουν. Θα πρέπει να περιμένωμε την έλευσι τού 9ου και τού 10ου αιώνος, στην διάρκεια των οποίων παρουσιάζεται μεγάλη αναβίωσις των κλασικών, οπότε εμφανίζεται μιά νέα αίσθησις στην σύνθεσι και μιά απλότητα, πού, όμως, δεν καταστρέφουν καθόλου την δύναμι τής Ανατολικής Σχολής. Σε αυτήν ακριβώς την περίοδο ανήκουν τα ωραιότερα βυζαντινά γλυπτά.
Σύντομα, όμως, και ιδιαίτερα κατά τον 11ο αιώνα, εξ αιτίας της φτώχειας της αυτοκρατορίας, τα ανάγλυφα, και ιδίως τα ελεφάντινα, παρακμάζουν. Τα έργα της περιόδου εκείνης δίνουν την εντύπωσι ότι οι τεχνίτες έχουν χάσει την αίσθησι τού γούστου και την επιδεξιότητά τους. Αν, όμως, ή τεχνική τού αναγλύφου, είτε τούτο παρουσιάζεται με την μορφή ταυ προτύπου, είτε σαν έξεργο, ή, τέλος, σαν επιπεδόγλυφο, έλαβε τέτοια ανάπτυξι, δεν αποτέλεσε και το μόνο είδος γλυπτικής πού καλλιεργήθηκε κατά την βυζαντινή περίοδο. Έτσι, λοιπόν, βρισκόμαστε μπροστά σε μιά άλλη μεγάλη δραστηριότητα τής γλυπτικής, ή οποία εκφράζεται στην κατασκευή των σαρκοφάγων, οι οποίες αποτελούν και ένα από τα κυριώτερα είδη της. Οι σαρκοφάγοι, ανάλογα με τον διάκοσμο τον οποίο φέρουν, κατατάσσονται σε δυό τεχνοτροπίες: την αλεξανδρινή - μικρασιατική, και την συριακή.
Τα έργα πού ανήκουν στην πρώτη κατηγορία παρατάσσονται χωρίς διαχωριστικούς κιονίσκους και πίσω από την σκηνή, την οποία εικονίζουν, αποδίδεται ό χώρος στον, οποίο εξελίσσεται το θέμα. Οι σαρκοφάγοι τής δεύτερης τεχνοτροπίας παρουσιάζουν τα θέματα περισσότερο εξέχοντα, χωρίς να αποδίδεται ό χώρος πίσω από αυτά. Ένα άλλο ακόμη χαρακτηριστικό των έργων αυτών τής βυζαντινής γλυπτικής είναι ότι τα έργα τού 4ου και 5ου αιώνος έχουν σαν κύριο θέμα τους ανθρώπινες μορφές, οι οποίες βαθμηδόν υποχωρούν, παραχωρώντας την θέσι τους σε καθαρά διακοσμητικά θέματα, όπως ό σταυρός, ή περιστερά, ό ταώς κ.ά.
Ή βυζαντινή, όμως, γλυπτική, ή οποία ποτέ δεν υπήρξε αυτόνομη, άλλα υποτελής και όργανο τής αρχιτεκτονικής, εφαρμόζεται σαν αρχιτεκτονική γλυπτική, και κατά κύριο λόγο στους ναούς. Αφορά δε στους κίονες, στα θωράκια και στα κιονόκρανα. Όλα αυτά μαζί αποτελούν, με την σειρά τους, ακόμη μιά από τις βασικές δραστηριότητες τής βυζαντινής γλυπτικής, παρ' όλη την υποτέλειά της στην αρχιτεκτονική. Τούς κίονες μπορούμε να τούς διακρίνωμε σε δυό βασικές κατηγορίες: Σε κίονες πού φέρουν απεικονίσεις και σε εκείνους πού είναι αδιακόσμητοι. Οι κίονες τής πρώτης κατηγορίας είναι ελάχιστοι. Οι περισσότεροι είναι αδιακόσμητοι ή περιορίζουν την διακόσμησί τους στην βάσι. Άλλοτε, πάλι, αναπτύσσονται με ελικοειδείς ραβδώσεις.
Πολυάριθμα, αλλά και πολύ χαρακτηριστικά έργα τής βυζαντινής γλυπτικής είναι τα θωράκια. Είναι μαρμάρινες πλάκες διακοσμημένες από την μιά πλευρά, και τοποθετούνται μεταξύ των κιόνων για τον διαχωρισμό των κλιτών, είτε στους γυναικωνίτες. Κυρίως, όμως, τα θωράκια χρησιμοποιήθηκαν σαν χωρίσματα τού τέμπλου. Τα θέματα, πού διακοσμούν τα θωράκια μέχρι και τον 6ο αιώνα, είναι απλά. Δηλαδή σταυροί, ρόμβοι, μονογράμματα τού Χριστού κ.ά. Μετά την Εικονομαχία, τα θέματα των θωρακίων γίνονται πλουσιώτερα από άποψι θεμάτων και ποικιλίας. Κατά την περίοδο τής Μακεδονικής δυναστείας εισάγονται σαν νέο στοιχείο διακοσμήσεως τα κουφικά γράμματα, τα οποία μιμούνται τις κουφικές επιγραφές των αραβικών υφασμάτων. Η ίδια διακόσμησις χαρακτηρίζει και το παλαιοχριστιανικά θωράκια. Η μόνη διαφορά τους με τα καθαρώς βυζαντινά θωράκια είναι ή τεχνική τής εκτελέσεως. Ενώ δηλαδή τα παλαιοχριστιανικά εμφανίζουν βαθειές αυλακώσεις, τα βυζαντινά δεν προτιμούν την βαθειά λάξευσι. Τέλος, σε ότι αφορά στα αρχιτεκτονικά μέλη, ή γλυπτική εφαρμόσθηκε κυρίως στα κιονόκρανα. Η μεγάλη ποικιλία των σχεδίων την οποία συναντούμε δείχνει την μικτή της προέλευσι. Τα φύλλα ακάνθου καθώς και ή νατουραλιστική σχεδίασις των ζώων είναι καθαρά ελληνιστικά. Τα γεωμετρικά σχέδια μάς θυμίζουν περσικά πρότυπα. Η αυστηρή λιτότης τής τέχνης των Αραμαίων συναντάται στις γυμνές επιφάνειες, των οποίων μόνο διακοσμητικό στοιχείο είναι ένα απλό μονόγραμμα τού Χριστού.
Μόνο από τον 5ο αιώνα και μετά μπορούμε να συναντήσωμε όλους αυτούς τούς τύπους, σε μιά κάπως ενιαία απόδοσι και τεχνική. Τον ίδιο ακριβώς αιώνα τα φύλλα τής ακάνθου γίνονται πιο αιχμηρά με πριονωτά περιγράμματα και με σειρά οπών με τις οποίες υπογραμμίζονται τα νεύρα των φύλλων. Ωστόσο ή τεχνική τής εκτελέσεως βαθμιαία αλλάζει. Ό,τι δηλαδή, απέδιδε ή σμίλη προηγουμένως, αποδίδεται τώρα με το τρυπάνι, με αποτέλεσμα να δίδεται μεγαλύτερη έμφασις στην λεπτομέρεια. Το κιονόκρανο αυτό είναι γνωστό, σαν θεοδοσιανό κιονόκρανο λόγω τής χρήσεώς του κατά τους χρόνους του Θεοδοσίου. Το νέο τούτο κιονόκρανο σε αντίθεσι με το παλαιοχριστιανικό, χαρακτηριστικό του οποίου υπήρξε ή μαλακή άκανθος, είναι ή εμφάνισις νέου αισθητικού αποτελέσματος, διά τής αντιθέσεως σκιάς και φωτός, έναντι τού προηγουμένου με την καθαρώς πλαστική εμφάνισι. Το φύλλο στο θεοδοσιανό κιονόκρανο ξεχωρίζει ωχρό επάνω σε βάθος σκοτεινό, βαθιά δουλεμένο με τρυπάνι.
Τον 6ο αιώνα το τρυπάνι διαδέχεται ή διάτρητη τεχνική, όπου το σχέδιο ξεχωρίζει σαν δαντέλλα και φαίνεται να ξεφεύγη από το βάθος. Με αυτή την τεχνική είναι δουλεμένα τα κιονόκρανα τής Αγίας Σοφίας πού έχουν μορφή κανίστρου, και όλα τα κιονόκρανα των Αγίων Σεργίου και Βάκχου. Ειδικώτερα τα κιονόκρανα τής Αγίας Σοφίας εμφανίζουν μορφή ανεστραμμένης κολούρου πυραμίδος και ανήκουν στα λεγόμενα λεβητοειδή τεκτονικά. Συγγενή με αυτά και στην μορφή και στον διάκοσμο είναι τα ονομαζόμενα πτυχωτά κιονόκρανα, δηλαδή κιονόκρανα στα οποία το σώμα διαμορφώνεται με κυματοειδείς πτυχές. Κιονόκρανα αυτής τής τεχνοτροπίας συναντούμε στον Άγιο Βιτάλιο τής Ραβέννας, στον Άγιο Μάρκο τής Βενετίας κλπ. Μετά τον 7ο αιώνα, ή τεχνική αυτή χάνει την δημοτικότητά της, αν και ποτέ δεν εγκαταλείφθηκε εντελώς. Μπορούμε μάλιστα να την δούμε σε ημισφαιρικές προεξοχές τού 14ου αιώνος σε γλυπτά τού Μυστρά. Η χριστιανική γλυπτική εμφανίζει ποικιλία κιονοκράνων τα οποία παίρνουν την ονομασία από την μορφή τους.
Έτσι έχομε τα κιονόκρανα με ανεμιζόμενα φύλλα, τα κιονόκρανα με πουλιά ή ζώα, τα οποία και αντικαθιστούν τα κιονόκρανα με διάκοσμο φύλλων ή ελίκων. Εκτός από το κορινθιακό κιονόκρανο, ή βυζαντινή γλυπτική χρησιμοποίησε ευρύτατα και το ιωνικό, στο οποίο διετήρησε στις στενές πλευρές του εχίνο με τα ανάγλυφα ωά, και τις έλικες στο άκρο. Επίσης ή γλυπτική διακόσμησε και τα επιστύλια επάνω από τα κιονόκρανα, και τις επιφάνειες των τόξων πού συνδέουν τα κιονόκρανα. Ανάλογη διακόσμησις γίνεται και στις ανάγλυφες επιστέψεις των ψηφιδωτών στο τέμπλο ή στις γραπτές εικόνες, όπως στον Όσιο Λουκά. Τέλος, κατά τούς μεταβυζαντινούς χρόνους ή γλυπτική συναντάται υπό την μορφή των αναγλύφων προτομών ιερών προσώπων σε υπέρθυρα ελληνικών ναών, και μάλιστα των νησιών, με εμφανείς πλέον δυτικές επιδράσεις. Από τα γλυπτά αυτά απουσιάζει ή πλαστικότης, οι πτυχές αποδίδονται με γραμμές, και γενικά ή σχεδίασις είναι αμελέστερη. Δείγματα τέτοιων αναγλύφων υπάρχουν σε ναούς τής Πάρου.
Αυτή λοιπόν είναι μιά σκιαγραφία τού όλου χρονοδιαγράμματος, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε και ή βυζαντινή γλυπτική. Θα μπορούσαμε να πούμε σε τελευταία ανάλυσι ότι υπήρξε μιά τέχνη μάλλον στατική και ότι, εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις, δεν έχει να παρουσιάση δείγματα ισάξια με εκείνα πού μάς έδωσαν ή βυζαντινή αρχιτεκτονική και ή ζωγραφική σε όλες της τις μορφές, (ψηφιδογραφία, φορητές εικόνες κλπ.). Οπωσδήποτε είναι γεγονός αξιοσημείωτο, το οποίο δεν μπορούμε να παραβλέψωμε, πώς ή στασιμότης της γλυπτικής οφείλεται πρώτα απ' όλα στον θρίαμβο τού κόσμου τής Ανατολής. Η εντελώς διαφορετική αντίληψίς του γύρω από την τέχνη γενικά, σε αντίθεσι με τα κλασικά δεδομένα, είχε αναμφισβήτητα δυσμενή επίδρασι στην βυζαντινή γλυπτική. Αφ' ετέρου το φαινόμενο μπορεί να αποδοθή στην τότε επικρατούσα ιδεολογία τής Ορθοδόξου Εκκλησίας γύρω από την ελεύθερη γλυπτική. Η ιδεολογία αυτή βρήκε απήχησι στην νοοτροπία και στο πνεύμα των πρώτων Χριστιανών. Είναι γνωστή ή αποστροφή τους για την κλασική τέχνη, τής οποίας πολλά αριστουργήματα καταστράφηκαν από κακώς εννοούμενο χριστιανικό ζήλο.

ΒΥΡΩΝ ΔΡΟΥΚΑΣ

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, αρ. τεύχους 68, Φεβρουάριος 1974.

 
Name
Email
Comment
Or visit this link or this one